Friday, February 1, 2008

Ο ποιητής

Να μη μιλάς ποιητικά
του 'λεγε ο δάσκαλός του
εν ανάγκη να μη μιλάς καθόλου!
Διωγμένος κι απ' τη γλώσσα ακόμα
καλά καλά ως το απέναντι βουνό δεν είχε πάει
ξυπόλητος από ταξίδια κι όμως
στου νου τις τσέπες όλο φως
θάλασσες και βουνά με αγρίμια κι ο ίδιος
χώραγε στο ανοιγόκλειμα του βλέμματος.

Πότιζε μόνο δέντρα και κηπευτικά
δάκρυα των ονείρων κουβάδες
πηγαινόφερνε με την αυγή στα περιβόλια
κι ύστερα να κοιμηθεί έτρεχε πριν απ' τον ήλιο
γιατί απ' τον ύπνο έβγαζε
πάντα ουράνιες βλέψεις λύτρωνε
τον ιδρώτα του με δροσερό φασκόμηλο
και ακουμπούσε ραβασάκια γιατρειές
στου κάθε επιλήσμονα το απλωμένο χέρι
για να κεντήσει κι ο φτωχός
τ' αστέρια που του πρέπουν.

Σε λίγο πάλι ακούραστα έκοβε
σαν λουλουδάκια νέρινα τα λάθη
των ανθρώπων
- ουραγός τού Ωμέγα απαρατήρητος
πώς να τον κάνεις φύλλο;
Μόνο τα φτερά του έβγαζε
κι άφηνε στο κατώφλι
ν' αναγνωρίζουν τα παιδιά
πού έχουν σύναξη αύριο
όλες οι επιθυμίες.

Πώς βρέθηκα σ' αυτή την αίθουσα αναμονής
αναρωτιόταν τώρα σε πλήρη αστική
υπνηλία παγιδευμένος κι εκτός
από τον παπαγάλο στο κλουβί
που τσίριζε ανόρεχτα τσιτάτα σεμνά
και ταπεινά από την πρόσφατη Ιστορία
δεν ακουγόταν παρά η φωνή διαταγή ριγέ
γραβατωμένου οικοδεσπότη
να νουθετεί την κόρη του:
Μακριά από ποιητές! Ψάξε καλύτερα
δυσεύρετο υδραυλικό ή ηλεκτρολόγο!


 
SYNC ME @ SYNC