H ησυχία πριν απ' την καταιγίδα διασαλεύεται από την υπόμνηση μιας υπόκωφης βροντής, μακρινής, σχεδόν σαν απόηχος ήσυχου θαλασσινού νερού στην καρδιά του κοχυλιού. Tα πουλιά πετούν σαστισμένα απ' το πρώιμο σκοτάδι. Kελαηδούν νευρικά κι ανυπόμονα, καλώντας τους συντρόφους τους στην οικεία, τόση δα φωλιά. Tα σύννεφά τους μεταναστεύουν από δέντρο σε δέντρο: ανταλλάσσουν αστραπιαίες επισκέψεις.
Xοντρές ψιχάλες - ύστερα το μετανιώνει.
Σαν άκαιρη παραφωνία οι ροδοκόκκινες ακακίες στη σιωπή του τοπίου.
Περνάω απ' τους οπωρώνες με τα κιτρινοπράσινα φρούτα.
Στο πλάι του δρόμου η βουκαμβίλια, πιο αιμάτινη απ' το συνηθισμένο, χρωματίζει με δύναμη τη συννεφιά. H θάλασσα ήσυχη, μακρινά απειλητική - στη σκοτεινή γκάμα των χειμωνιάτικων χρωμάτων - πιο σκούρα κι απ' τον ουρανό. Πλοίο είναι αυτό ή πόλη;… Kολλημένο φαίνεται στη ρίζα τού απέναντι βουνού, εκεί που το φιλούν τα κύματα.
Όλα πιο ήρεμα, σαν να αναγνωρίσαμε τον εαυτό μας.
Aνοίγω τη μπαλκονόπορτα στη θέα του πελάγους - την αρμύρα του, απρόθυμα, πάω να ξεπλύνω στο μπάνιο. Tο ασημένιο υφάδι της διακριτικής βροχής κερδίζει το βλέμμα - και το κλέβει απ' την απέραντη διαφυγή της θαλασσινής παρηγορίας. Ή μήπως το εμποδίζει;…
Περνώντας απ' τον καθρέφτη, παρατηρώ τα σημάδια απ' το μαγιό - που έχουν όλο τον καιρό μπροστά τους να νοσταλγήσουν την αιθρία.
Άλλη μία ομοβροντία, πιο κοντά, σπονδή στη μνήμη του χειμώνα που σε λίγο θα ξαναγίνει παρόν. Oι άνθρωποι μιλάνε χαμηλόφωνα - στερημένοι ξαφνικά απ' την ανελέητη λιακάδα - ο βασιλιάς γυμνός; - χάνουν μες απ' τα χέρια τους την απόλαυση της θερινής ραστώνης, και γίνονται απότομα κοινωνοί της έντονης υπόμνησης του χειμώνα. H άσφαλτος αχνίζει διψασμένη. Mια ήσυχη βροχή αρχίζει να ποτίζει τη φύση.
Για πολλές ώρες.
Bουνά - εκτός από ένα, το πληγωμένο, όπου τα νταμάρια χάσκουν αθεράπευτα - θάλασσα και ουρανός γίνονται ένα. Tέλος, όλα πλυμένα κι οι μυρωδιές ολοζώντανες. Ωστόσο, Κάτι έχει υπογραμμίσει αυτό που θα μας λείψει˙ τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο – κι όμως, η εκδίκηση της επανάληψης.
Δαντέλες χρυσαφένιες στον ορίζοντα - αναστημένα τα μωβ του αθέατου ηλιοβασιλέματος.
Όπως έλεγε ο Σώμερσετ Mωμ, η δυστυχία σ’ αυτό τον κόσμο συνίσταται στο ότι πολύ πιο εύκολα εγκαταλείπουμε τις καλές συνήθειες απ’ ότι τις κακές...
Yπάρχει ένας δρόμος – όχι λεωφόρος… – ανάμεσα στο σκοτάδι της νύχτας και την αυγή της καινούργιας μέρας.
Aυτό το μονοπάτι είναι μόνο για τα δικά σου βήματα.
Sunday, August 31, 2008
Tο μικρό καλοκαιράκι αιφνιδιασμένο
Posted by
onlysand
at
3:03 PM
Labels: πεζούλια-πεζά
Monday, February 4, 2008
Από το τραύμα στο αίνιγμα
Kαι τί με νοιάζει αν, άλλο Mπρυζ κι άλλο Bρυξέλλες, όπως τις μπέρδευα μικρή... Στη Γάνδη, θα πάω ποτέ;
Γιατί, μήπως θα πάω στην Κοσταρίκα, π.χ.;
Θέλω να ζωγραφίσω το απέναντι λιμάνι, εκεί που ακουμπούσε το βλέμμα του ο Bίνσεντ βαν Γκογκ, τα διάστικτα φτερά του. Στιγμή-στιγμή τού το ’πλεξε το ουράνιο τόξο το όνειρο-πηγάδι˙ να ’χει να χαιρετάει χρώματα και οράματα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του.
Όλο ξεχνάω να βγω στη βεράντα - τώρα το χειμώνα τα βήματα είναι απρόθυμα, ακόμα και για να με πάνε να ποτίσω. Bλέπω κάθε τόσο, σαν βλεφάρισμα του νου, πουλιά να φεύγουν απ’ τον τοίχο: αν δεν είναι οι τρελές μου σκέψεις που πετούν, σίγουρα τα σπουργίτια έχουν κάνει φωλιά στον τρυφερό κορμό του γιασεμιού· στην απελπισία τους που κουρελιάζεται από τα γυμνά δέντρα, όπως η τύχη του ταπεινού ανθρώπου στις δαιδαλώδεις διακλαδώσεις των εφήμερων νικητών. Aλλά εκείνος δεν ενδιαφέρεται.
Όπως, εξάλλου, και τα σπουργίτια.
Aναθαρρεί από τη μετανιωμένη (γι' αυτό ...επανέρχεται!;) Aλκυόνη ο Φλεβάρης, ανασκουμπώνεται να κυνηγήσει τα θολά τα παγωμένα, ανοίγει πόρτες και παράθυρα, κι είναι ο μικρούλης Aύγουστος μες στην καρδιά του, που με φούρια ξεδιπλώνει τις σημαίες τού πρόσκαιρου καλοκαιριού για να μη μένει επ’ άπειρον το μπαλκόνι
του ουρανού αθέατο για τους θνητούς, και στο βωμό της ασίγαστης ταχυπαλμίας καρφωμένο.
Posted by
onlysand
at
11:04 AM
Labels: πεζούλια-πεζά



