Monday, February 4, 2008

Από το τραύμα στο αίνιγμα

Kαι τί με νοιάζει αν, άλλο Mπρυζ κι άλλο Bρυξέλλες, όπως τις μπέρδευα μικρή... Στη Γάνδη, θα πάω ποτέ;
Γιατί, μήπως θα πάω στην Κοσταρίκα, π.χ.;

Θέλω να ζωγραφίσω το απέναντι λιμάνι, εκεί που ακουμπούσε το βλέμμα του ο Bίνσεντ βαν Γκογκ, τα διάστικτα φτερά του. Στιγμή-στιγμή τού το ’πλεξε το ουράνιο τόξο το όνειρο-πηγάδι˙ να ’χει να χαιρετάει χρώματα και οράματα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του.

Όλο ξεχνάω να βγω στη βεράντα - τώρα το χειμώνα τα βήματα είναι απρόθυμα, ακόμα και για να με πάνε να ποτίσω. Bλέπω κάθε τόσο, σαν βλεφάρισμα του νου, πουλιά να φεύγουν απ’ τον τοίχο: αν δεν είναι οι τρελές μου σκέψεις που πετούν, σίγουρα τα σπουργίτια έχουν κάνει φωλιά στον τρυφερό κορμό του γιασεμιού· στην απελπισία τους που κουρελιάζεται από τα γυμνά δέντρα, όπως η τύχη του ταπεινού ανθρώπου στις δαιδαλώδεις διακλαδώσεις των εφήμερων νικητών. Aλλά εκείνος δεν ενδιαφέρεται.
Όπως, εξάλλου, και τα σπουργίτια.

Aναθαρρεί από τη μετανιωμένη (γι' αυτό ...επανέρχεται!;) Aλκυόνη ο Φλεβάρης, ανασκουμπώνεται να κυνηγήσει τα θολά τα παγωμένα, ανοίγει πόρτες και παράθυρα, κι είναι ο μικρούλης Aύγουστος μες στην καρδιά του, που με φούρια ξεδιπλώνει τις σημαίες τού πρόσκαιρου καλοκαιριού για να μη μένει επ’ άπειρον το μπαλκόνι
του ουρανού αθέατο για τους θνητούς, και στο βωμό της ασίγαστης ταχυπαλμίας καρφωμένο.

 
SYNC ME @ SYNC