Tuesday, November 4, 2008

Υπόθεση

Βγαίνεις έξω, κοιτάζεις τα σύννεφα
σωπαίνεις σαν να περιμένεις τα μηνύματα
λες κι έχει σταματήσει ο χρόνος
κι ο Θεός μπαίνει στον πειρασμό να φτιάξει
ένα ποίημα μπροστά στα μάτια σου.
Αυτό μου φτάνει, λες
διπλώνεις βλέμμα πάνω σε φυλλαράκι
που επιμένει πράσινο ως το χιόνι
– σπάζει τη σιωπή κομμάτια
μόνο ο ήχος τής καρδιάς σου
τόσο υψίσυχνη η αγαλλίαση
βουίζουνε τ’ αυτιά σου -
μετά είναι δύσκολο να επιστρέψεις
στα ευτράπελα της καθομιλουμένης.

Τώρα, σου φαίνεται πως μόλις
άκουσες τη μητέρα για πολλοστή φορά
να σε καλεί χαρούμενη απόγνωση:
Έλα να φας χρυσό μου, θα κρυώσει!...
κι εσύ καθυστερείς σαν να έχεις
εξασφαλίσει πρώτη θέση στην Ολομέλεια
του Παραδείσου˙ τεράστιο θέατρο
η φύση κι η παράστασή της
μόνιμοι θεατές και θορυβώδεις τα τζιτζίκια
ποιος νοιάζεται για τα μυρμήγκια
που ιδρώνουνε συνέπεια;

Η φαντασία σου ξεθαρρεμένη
με τα πρώιμα φτεράκια
ανάμεσα στα κλάματα – κλήματα ήθελα να πω
- είχε ένα βάθος το χαμόγελο και φως
αυτόματα άνοιγε παράθυρα η παιδική σου ηλικία
με θέα και προοπτική θάλασσα μόνο.

Κάτω από σεντονάκι κρυωμένο
δέρμα ακόμα που θυμίζει καλοκαίρι
σωστά! σου γνέφει η κουκουβάγια
και γνέθει φθινόπωρο - έξω και πάλι
κατεβατό σκοτάδι σιωπηλό
είναι μια ανάσα ο ουρανός
απ’ την αφή σου
- τα βουνά, λένε, αγαπιούνται
με τις νύχτες.

 
SYNC ME @ SYNC