Σχέδιο παλιό από καμβά που φώτισε φθινόπωρακαι γκρέμισε χειμώνες
σε κρύες φωτοσκιάσεις κόκκινες
από ανάμνηση φωτιά και ψύχρα γκιλοτίνα
ανάποδα η κλεψύδρα
της γης η σκόνη σηκώνει μαύρες θάλασσες
σαν κουρνιαχτό το άδικο
παρά τη θέλησή μας πάλι Άδης.
Πεθαίνει κάθε νύχτα στα προάστειαο Καίσαρας Βαλιέχο
με σκοτεινό χρυσάφι στολισμένα
τα ηλιοτρόπια
κατρακυλούν απ’ το πολύ προσκύνημα
του ήλιου
στη σκάλα που κάποτε έβγαζε
σε ένδοξους Ιούλιους
με γέλιου παιδικού ξένοιαστη κατηφόρα
λίγο πριν πέσει πάνω μας η σοβαρότητα
της νύχτας
να φέξει πρώτο χάδι.



