Sunday, May 4, 2008

Αλφαβήτα (του κουτιού)

στο Γιωτούλι
Υπάρχουν ποιήματα που
αν είσαι τυχερός
σου φέρνουν δάκρια στα μάτια˙
βλέπεις τότε τον κόσμο
ανεστραμμένο - αλλά καθαρό
όπως θα 'πρεπε να είναι:
χόρδισμα βιολιού που ως
την κορύφωση λιγοθυμά
από τον πόθο τού αέρα˙
ψηλόλιγνο μισχάκι λουλουδιού
ευωδιαστού ανθεκτικού
κι ελπιδοφόρου˙
όχι: καλύτερα μια
παιχνιδιάρα νότα
αλτρουιστική που κόλλησε
στο πιάνο τού Σοπέν
με το γοβάκι της...
μεσάνυχτα κι ακόμα εκεί
από αρχαιοτάτων...

Η Φλώρα βγαίνει απ' το βιβλίο ανάλαφρη
- απόδειξη: επίμονα και χωρίς λόγο προφανή
σκεφτόμουνα τις γυριστές της βλεφαρίδες -
ανεβαίνει στο ποδήλατο και πάει
ψάχνοντας για τους χαμένους κήπους.
Εγώ είμαι κιόλας στο παράθυρο
ακουμπώ με τους αγκώνες στο ζεστό περβάζι
- παρ' όλο που, στο πατρικό
είχαμε δροσερά παντζούρια -
την κοιτάζω φευγάτη και πιο μακριά
από κει που κάποτε θα φτάσει
- στον ορίζοντα, βομβαρδισμοί ακόμα
φονικά και αναθυμιάσεις
πόνου και πείνας αγωνία ανήμερα
ανήμερα θηρία θερίζουν ασταμάτητα
ζωές και όνειρα καμμένα.

Δυο τρία πουλάκια τσιμπολογάνε
- ταυτοχρόνως τιτιβίζοντας -
του καρπουζιού τα σπόρια που πέταξα
προχθές για να φυτρώσουν
- αυτή η σκηνή θα πρέπει να γυρίστηκε
αμέσως μετά τις διακοπές τού Πάσχα:
φοράω βιαστικά τα πέδιλα
η μαμά μού έχει πλέξει ήδη τις κοτσίδες
κασέρι με τσουρέκι στο καλάθι μου
και μες στη σάκα όλη η μετεξεταστέα ζωή.

Δεν θέλω πια να κοιμηθώ
- ξημέρωσε
δεν έχω κι άλλη άγραφη
κασέτα
άμα αντέξει η καρδιά μου
θα νικήσω τον Μορφέα
- αλλιώς φοβάμαι μη με
κλέψουνε τα όνειρα
παραδοθώ
και τα ξεχάσω όλα.

Υ/γ.
Στο δρόμο όμως δεν σου είπα
ποια συνάντησα!;
Εκείνο το στραβόξυλο
την κακιά μάγισσα
αιώνες τώρα που χαλάει
ολονών τη σούπα
ανεμπόδιστα˙
αναίτια και χωρίς
προειδοποίηση
μου ρίχνει μια με το τηγάνι κατακέφαλα
- προφταίνω να κοιτάξω το ημερολόγιο
γιορτάζουν σήμερα: ο Ευτύχιος, η Ευτυχία...
έξι του Απρίλη ξημερώματα
η χρονιά δεν έχει σημασία.

Σημείωση:
Το έχω ξαναπάθει και μυαλό δεν έβαλα˙
Αντί να πάρω το χαπάκι για το στρες
κατάπια πάλι παραμύθια με τη σέσουλα.


 
SYNC ME @ SYNC