Friday, April 4, 2008

Modus Vivendi

Η Αντιγόνη έφτασε στις μέρες μας σ' ένα container γεμάτο αγάλματα και συνομιλίες˙ με το ελαφρότατο σακίδιο στην πλάτη, ίσα ίσα για να κρύβει επιμελώς τα φτερά της.
Όλα τα δάση και τα πουλιά που γνώρισε, κι οι θάλασσες που ταξίδεψαν μαζί της, έφτιαχναν ένα σύννεφο και την ακολουθούσαν˙ για να πετάει πάνω απ' τις κακοτοπιές, να ερωτεύεται ανά πάσα στιγμή τη φτερωτή αγάπη, και για να προλαβαίνει να μαθαίνει σ' έναν ένα χωριστά, τι της ψιθύριζε ως τα σήμερα ο Χρόνος. Πως δεν είναι άλλο ο τρόπος και άλλο η ζωή, δηλαδή.
Στην Αγορά τη ρώτησαν αν έχει μαξιλάρι, κι αν τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά της τη βοηθούν στο πέταγμα ή την καθηλώνουν κάτω στη γη και βγάζει ρίζες.
Ανόητη ερώτηση αυτή η τελευταία, σκέφτηκε μέσα της, ούτε στον Κρέοντα δεν θα ταίριαζε. Τους είπε μόνο πως είναι κακή συνήθεια αρχαιόθεν να κοιμίζεις τα
όνειρά σου σε μαξιλάρι μεταξένιο τρυφηλό - κι ύστερα, στα διαλείμματα της εργασίας σου, να κουβεντιάζεις τάχα με ενδιαφέρον για τις
παγκόσμιες εξελίξεις.
"Στον ξύπνιο βλέπεις τα όνειρα για να τα κάνεις πράξη", και μ' έναν πήδο βρέθηκε στις στέγες των ανθρώπων, αναγκάζοντάς τους έστω και για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάξουν ψηλά.

Τ' αγάλματα, οι φίλοι της - για να μην τους ξεχάσω - έχουν κατά κανόνα ελευθέρας˙ μα πιο πολύ, τα βράδια ζωντανεύουνε: κόβουνε βόλτες˙ πότε παρέα σιωπηλή με τον ωραίο Ρεμπώ, και πότε με τους άτακτους απ' τους υπερρεαλιστές, λίγο πριν διαγραφεί απ' το κόμμα ο Μπρετόν, και τα τινάξει ο φασίστας Μαρινέτι. Μαζί με τους δικούς μας, πάνω σε απαστράπτοντα ποδήλατα ή με ασημένια άλογα - ανεμίζουν τη χαίτη τους στο ύψος της Ακρόπολης και λίγο Αθηνάς-Μοναστηράκι, πάντως, δύο με τρία εκατοστά τουλάχιστον, πάνω απ' το έδαφος πράξεων αενάως μισητών και ολισθηρά ταραχωδών φτηνών ασμάτων.
Αυτοί γελούνε τρανταχτά κι αστράφτει ήλιος - κανείς, μονάχα, δεν τους βλέπει˙ κοιτάνε όλοι τηλεόραση.
Λοιπόν, και για να μπαίνει γρήγορα κι απρόσκοπτα το φως της νύχτας, κόβουνε βόλτες φέτες καρπούζι αυγουστιάτικο με υποψία φθινοπώρου - μα πάντα, αν και με πικρό χαμόγελο, μ' εκείνη τη θαλπωρή τού Γνώστη που καθησυχάζει.
Όταν είναι στις μαύρες τους, κάθονται αόρατοι στη μέση της ασφάλτου και χλευάζουν τα απονενοημένα διαβήματα απόδρασης ανεμίζοντας τη δαμόκλειο σπάθη Παραδώσου! Άλλοτε πάλι έχουν τα κέφια τους: δανείζουν τ' όνομά τους στα δεντρύλια του Εμπειρίκου, σε γόνιμες ανταλλαγές στέλνουν τριαντα-φυλλιά ν' ανθίσει η ψυχή και να πετάξει μακριά απ' τα σκουπίδια και τους σπουδαρχίδηδες.
Έτσι γίνεται άνοιξη στον κόσμο.

Το άλλο βράδυ: "Λάθος ανάγκη σε οδηγεί, αν αγαπάς τις αλυσίδες σου", φυτεύει η Αντιγόνη πειρασμό τής μέσα ελευθερίας, πίσω απ' τα μάτια ενός παιδιού ξημερώνοντας μέλλον. Το μικρό ξεφεύγει απ' το χέρι της μαμάς για να διασχίσει τους αιώνες˙ αστραφτερό αυτοκίνητο του κόβει εν ριπή το νήμα, κι εκείνο βρίσκεται, αναγκαστικά μα χωρίς πόνο, να γεύεται τους ουρανούς δίπλα στην Αντιγόνη. Η θέα δυσανάγνωστη ανάμεσα σε εκατομμύρια κλουβιά. Μέλλον ήδη θολό πάνω σε κοπετούς και Ερινύες αναθρώσκει. "Θα φτιάξουμε άλλο, μην ανησυχείς", του γνέφει εκείνη με το γέλιο. Μα το παιδί έχει ήδη κρεμαστεί απ' τα γιγάντια ερωτηματικά τού πλήθους, φλερτάροντας ιλιγγιωδώς με τη βαρύτητα.
Νύχτα ξερνάνε τρώγλες μυστικές. Τώρα με το σκοτάδι, οι μορφές, έτοιμες πάλι να πυροβολούν τ' αστέρια.
Η Αντιγόνη παίρνει το μικρό να το κοιμίσει μέχρι την άγνωστη εποχή - για πολύ λίγο πέφτει πάνω στους ανθρώπους ησυχία. Φαίνεται ο δίσκος τής Φαιστού, κι ακούγεται η μουσική από χρώμα ν' ανασαίνει.
Στρατιές αγγέλων άφαντων από καιρό θα επιτηρούσαν από τούδε την κυκλοφορία. Κι η θάλασσα, η ίδια από παλιά, θα ξέβραζε τριανταφυλλένια ρήματα για να γεμίζουν τα καλάθια των φτωχών αινίγματα που καταργούν την απουσία τής ζεστής χειρονομίας.
Τα υπόλοιπα, λόγια είναι για την (κατα)χρηση της Ποίησης, που επιμένει να ξαναγεννιέται.
Ύστερα, όλοι μαζί, πληβείοι και Άρχοντες - των αφανών εποπτευόντων - παίρνουνε φόρα και γκρεμίζονται Στάση Λυσιατρείο μηδενός εξαιρουμένου. Τέρμα.

Η Αντιγόνη ξέμεινε τελικά στην Αθήνα. Όποτε θέλει, έρχεται σπίτι σαν άνεμος και ηλιαχτίδα - με την θαλασσινή αύρα λουσμένα τα μαλλιά της.
Εγώ, κάθομαι μόνο για να την ακούω˙ και σταματάει ο χρόνος.
Ύστερα, πάλι – χωρίς να ξέρω αν είναι η τελευταία φορά που την βλέπω – φεύγει.
Με το ελαφρύ σακκίδιο στην πλάτη – για να κρύβει τα φτερά της. Στο σχήμα τους τώρα, τα πνευμόνια της στον τελευταίο που δεν μαράθηκε ακόμη φοίνικα του Εθνικού Κήπου.

3 κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

 
SYNC ME @ SYNC