Wednesday, February 13, 2008

Οι απουσίες

Ξεφυλλίζοντας χθες το λεξικό
βρήκα ένα ματοτσίνορο του πατέρα
ανάμεσα στις λέξεις
stoker θερμαστής,
stolen κλεμμένος και
stop:
αναχαιτίζεται ο θάνατος;

Aργότερα, στο γυρισμό
πρόλαβα και τον ίδιο -
μωβ αραχνοΰφαντα κουρέλια
στον λίγο πριν το σούρουπο
αναποφάσιστο ουρανό -
εκείνος αδιάφορος, σκυμμένος με φροντίδα
- σαν να χαμογελούσε στο Θεό -
άναβε στον περίβολο καντήλι ασθενικό
εκεί που ήταν άλλοτε το μνήμα της μητέρας.
Mόνο το βλέμμα της τον φώτιζε
ψηλά απ’ το κυπαρίσσι·
φευγάτος καθώς ήτανε εδώ και χρόνια
είχε ξεχάσει -
άραγε, τεχνηέντως ή ακόπως; -
τα επίγεια τελεσιδίκως τεκταινόμενα.

Για στάσου όμως! Όχι:
το γέλιο της μανούλας δεν είναι
παρά η νέα έκπληκτη και ζωηρή σελήνη·
το κυπαρίσσι είναι απλώς μια μυγδαλιά.
Aνθισμένη.

Kι ο χρόνος μες στα χέρια μου
ένα άψυχο πουλί.


 
SYNC ME @ SYNC