Sunday, February 10, 2008

Το κόκκινο απειροστό

Είπε και ελάλησε ο Δανιήλ ότι
έπρεπε να πάμε στους τάφους
μέρα μεσημέρι.

Η αιθεροβάμων Αντιγόνη - πολύ
μακριά από τα γούστα της
εκ πείρας
αλλά και επειδή ήταν
των συννέφων -
όχι μόνο δεν μας έκανε τη χάρη
να μας αφήσει ήσυχους αλλά
επέμενε να μας εμφυσήσει την αγωνία
του γκρεμού.

Άκρη άκρη πήγαινε γυρεύοντας
τη συμφιλίωση του κρεόντειου τάφου
ατάκτως ερριμμένες ένθεν κακείθεν
εκατέρωθεν του μονοπατιού
ήδη σκοτάδια περιφρονημένες
η Ύπαρξη αριστερά κι η Αθανασία τ' αψήλου
κόμη μακριά ιπτάμενη
φυσούσε τα μεγάλα βήματά της
σπρωγμένη από βαθυγάλαζη αόρατη
μουσική
πρωτάκουστη στ' αυτιά του δειλινού
και στα δικά μας.

Εκείνη κοίταγε το χώμα
και δανεισμένο φως άστραφτε
στον ορίζοντα
μονολογούσε άβυσσο
ψιθύριζε στα δέντρα
αγκάλιαζε πουλιά
ψηλόλιγνο λουλούδι κιόλας μαύρο
κι η φλόγα κάψιμο από μέσα.

Ουρά πομπή ο Σοφοκλής από μόνος του
μ' ένα κεφάλι ήλιο όλο δικό του
καθάριζε τα λόγια από την ιστορία
αιώνες εικοσιτέσσερις πριν απ' την τελευταία
ασφυξία.


 
SYNC ME @ SYNC