Friday, March 27, 2009

Μετοίκηση

Για μια στιγμή τής δίνουν αχρείαστο βάρος
τα υφάσματα των ξεχασμένων απεκδύεται
– όχι, καλύτερα γυμνή
γυμνή για να προλάβει την αστραπή των άστρων
ως ίχνος εν-τυπώνεται στην παρακμή του χώματος
ερείπια που μόνο δεν μιλούν ανθρώπινα
λάμπουν υγρά κόντρα στον χρόνο
ξυπνούν, πετάγονται στο φως
σαν από έρωτα εφιάλτη υπνωτισμένα
ο Μπελιντόρ νεκρός χαμογελάει

την βάσανο των ονείρων εκείνη αψηφώντας
κάτω απ’ το τρυφερό βλεφάρισμα
ανυπεράσπιστων πουλιών
νεύει στο Λίγο και ανθίζει το Πολύ

βαρύς ο επί γλώττης βους για να χρυσίζει η σιωπή
απέναντι στα φλύαρα ναπολεόνια τού καιρού
χαμογελά πανσέληνη αγρυπνία ζεστά
κι απόμακρα συγχρόνως
κάτι σαν ευλογία βρέχει στους νευρώνες
κι αυτοί αποσυνδέονται προθύμως

πιο γρήγορη κι από την πιο αιφνίδια αναχώρηση
κερδίζει τον Παράδεισο η Βεατρίκη.

Μικρή κουκίδα απρόσεκτη στο σύμπαν
με ποιο δικαίωμα ταράζω εγώ
των πεθαμένων τις μυστικές αλέες
στην κουπαστή τού Άχρονου και στ’ ανοιχτά λιμάνια
μονάχα με το βλέμμα ιχνηλατώντας
ανεξιχνίαστες συγκοπές στο πέταγμα του σμήνους
που φεύγει να κουρνιάσει δύση.

Την ίδια γνώμη θα ’χει και νεκρή η Βεατρίκη
για τους αστερισμούς των αδιάφορων αγγέλων;

Σαν σκοτεινό δωμάτιο αγιόρταστου σπιτιού
ο θόλος.

 
SYNC ME @ SYNC