Sunday, January 11, 2009

Πέτρα, όμως καρδιά

Πήρα να καλλιεργήσω μία πέτρα – καθώς ένα θαύμα δεν έχει ανάγκη τη διορατικότητα˙ απλώς υπάρχει.
Την έπλυνα, την στόλισα με ανθούς και ιχνογραφίες, κι αυτή, από ευγένεια, μου ανταπέδωσε λίγο απ’ τον πυρετό του Ροντέν.
Την κανάκευα μέρες ηλιόλουστες και βδομάδες βροχερές, πότε με φύλλα χάδια, πότε με ευωδιές μεθυστικές – εκείνη ασυγκίνητη˙ αλλά και φιλική: πέτρα καρδιά μα και σοβαρή υπόσχεση παρηγοριάς απτής στο φως και τις σκιές του κόσμου που γερνάει. Γιατί και την ταξίδευα: την έπαιρνα μαζί μου σύντομες διαδρομές και ταξίδια χωρίς γυρισμό, που πάντοτε επιστρέφουν στο ίδιο μέρος.
Όταν την άφηνα να ξεκουράζεται, απ’ το περβάζι κοιτούσε έξω γαλήνια ως αδιάφορη – γυρεύοντας, ωστόσο, κάτι που δεν γινόταν να γνωρίζει.

Σε μια στιγμή σκεφτόμουνα ταυτόχρονα την θαυμαστή αρμονία των λόγων και το κουράγιο του μικρού τριαντάφυλλου˙ τη θάλασσα καθόλου! Ήταν χειμώνας, θα μου πεις, κι αφού το σώμα είχε ξεσυνηθίσει,...
Σαν να μεγάλωνε μέσα μου ένα δέντρο, ή έκανα κι εγώ κάτι για τον Θεό, που δεν μας προλαβαίνει˙ και επιπλέον είναι πολύ μόνος.
Χειμώνας ήτανε, λοιπόν, το μελάνι πάγωνε στον στυλογράφο, και πήγαινα μια μέρα μόνη μου στην παραλία. Στην τσέπη πάντα η πέτρα, εννοείται. Μπορεί και να ’ταν ένας πετρωμένος νους που όλο κρυβόταν απ’ την αγάπη.

Όποιος δεν τραγουδά, δεν είν’ εδώ˙ πρόκειται να έρθει˙ όχι απαραίτητα για να σε συναντήσει.
Σαν να μου πήρε κάποιος ένα βάρος απ’ την πλάτη, ατένισα τη θάλασσα καινούργια. Καινούργια εγώ, η θάλασσα αρχαία. Και, καθώς λένε πως αν κλείσεις τα μάτια και φέρεις στο νου σου το λεμόνι, θα νιώσεις την έντονη γεύση του στον ουρανίσκο, τώρα που στεκόμουν τόσο κοντά της, δεν θα κολυμπούσα κιόλας;!...
Έστω, με τη φαντασία μου.


Χόρευα στην ακρογιαλιά με ανοιχτά τα χέρια, λίγο πιο ελαφριά από το σύννεφο, όταν, χωρίς να καταλάβω πώς και για πότε, γέμισα ξαφνικά την αγκαλιά εκείνου που ήρθε να μου τραγουδήσει. Ακριβώς επειδή δεν τον περίμενα.
Έπεσα στα νερά, φιλιά αλμυρά και φλογερά, βουτιές και πιτσιλίσματα - έγινα μούσκεμα˙ την έχασα την πέτρα.

Αν σου πω ότι φέτος το καλοκαίρι την ξαναβρήκα στην παραλία που την άφησα, θα με πιστέψεις;...
Έτσι σιωπηλή κι ανάλλαχτη... στις φλέβες της είδα το δηλητήριο της αθανασίας.
Αυτή η ακινησία, δηλαδή, είναι ‘η χαρά της Αιωνιότητας’;... Ανατρίχιασα.

 
SYNC ME @ SYNC