Saturday, September 13, 2008

Βανίλια...

Έφυγε πάλι ο Αύγουστος - τριανταμιάς ημερών, όπως συνήθως - άφιλος και εκδικητικός˙ επειδή σπάνιος και ακριβοθώρητος.

Είναι ξαπλωμένος στα ροζ μεταξωτά σεντόνια που του χάρισε εκείνη, παραδομένος στην αφασία τής χαύνωσης που χαρίζει απλόχερα το καλοκαίρι μεσημέρι. «Να θυμηθώ να το θυμηθώ ...μέσα Φλεβάρη, π.χ.!...»
Δεν κοιμάται. Μόνο που δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Απολύτως. Άβουλος κάθεται (τρόπος του λέγειν) και χαζεύει καθέτως και ασκαρδαμηκτί τον ουρανό – με τ’ άστρα, αργότερα – γιατί το σπίτι έχει γίνει κι αυτό θερινό, και, αντί για σκεπή, έχει φεγγάρι.

«Δεν ξέρω αν, που εξαφανίζεσαι, είναι για να δεις αν σου λείπω, ή είναι τόσο γεμάτη η ζωή σου, που δεν χωράω», ήθελε, ή, θα της έλεγε, αν μπορούσε να σηκώσει το ακουστικό. Για να χτυπήσει γραμματάκια sms στο κινητό, ούτε λόγος˙ μοιάζει προς το παρόν αδιανόητο.
Κάτι βουισμένες σκέψεις... σαν μυίγες ενοχλητικές τον Αύγουστο...

Α, ναι! αυτό ήθελε να σκεφτεί: να γράψει εκείνο το ποίημα με τη βανίλια-υποβρύχιο, να δει αν θ’ αρέσει στους φίλους. Αργότερα...
Γοργά-γοργότερα έφυγε ο Αύγουστος! Αμέσως μετά, τώρα, ο Σεπτέμβρης... Δυστυχώς˙ όχι για τον Σεπτέμβρη καθ’ εαυτόν - ίσα ίσα που, συνήθως, παίζει καλοκαιρινά˙ γι' αυτό και πιο επώδυνα - αλλά γιατί ξέρει τι θ’ ακολουθήσει. Δεν έχει κάτι προσωπικό με τον Σεπτέμβρη – εκτός απ’ τα γενέθλια του πρώτου του έρωτα – ίσα ίσα, νέος σιωπηλός με χαμηλό προφίλ, για τις κοπέλες δελεαστικός, γυμνούλης ακόμα˙ έχει τον τρόπο να (ξε)κλειδώνει τις καρδιές... Ίσως επειδή όσα κύματα πέρασε, του βγαίνουν ποταμοί απ’ τα μάτια και δεν είναι πια πρωτοβρόχια.
Όχι, ούτε αυτόν θέλει να σκεφτεί. Εύχεται μόνο, αυτό που οι άλλοι λένε χειμώνα, αυτός να βρει το κουράγιο να το ξοδεύει καλοκαιρινά.

Στο κάτω κάτω, τι είναι χειμώνας; αν όχι μια αίσθηση περισσότερο εσωτερική, παρά παλτό και γάντια...
Χειμώνας, εξάλλου, μπορεί να είναι και μια σκιά στην ψυχή, που ανεξήγητα τη συναντάς στη γωνία του χωλ, κάθε φορά που θες να βγεις - οπότε γρήγορα την ξεχνάς - ή να μπεις στο σπίτι απ' τη φωτεινή πλευρά του κι αυτή εννοεί να σου κόβει τη θέα.

Επίσης, χειμώνας είναι, φορές, ένα κρύο πράγμα που οι ισχυροί το ονομάζουν αλήθεια για να θολώνουν τα νερά και να μην ενδιαφέρει τελικά κανέναν. Αλλάζεις, λοιπόν, πλευρό και συνεχίζεις τον ύπνο σου - που, γι’ αυτό, λέγεται και χειμερία νάρκη (ασχέτως καιρού).
Για τους πιο τυχερούς (και, βέβαια, ξύπνιους), χειμώνας είναι το αντίθετό του: η μαμά με εμπριμέ φουστανάκι χαμογελαστή˙ ο μπαμπάς πολυάσχολος και ταυτόχρονα ευωδιαστός καφές με παγωτό – πάντα όρθιος κόβει το καρπούζι στο τραπέζι. Και γύρω γύρω να γεμίζουν το σπίτι όσα γλυκά δεν είπαμε και θέλουν αβίαστα να βγουν στο φως – πάνω στους καναπέδες, στις βιβλιοθήκες, να κυλιστούν στα πατώματα, στα μπαλκόνια και στους δρόμους – όλα τα λόγια αγάπης που δεν ξεστομίσαμε, λες και θα μας έπαιρναν τη ζωή που δεν είχαμε...
Η φυλακή της ομορφιάς, επίσης, μπορεί να λέγεται χειμώνας – όταν αυτή δεν συνορεύει με το κενό Τίποτα, αλλά είναι ταπεινή σαν αυτονόητη, υψηλή Ιδέα, ανώφελη στο ύψος-ένα-με-το-χώμα των βλεμμάτων˙ πεταμένη σαν παιδικό ξεφούσκωτο παιχνίδι που κρύβει όλα τα επείγοντα νοήματα και νήματα που χάσαμε ανεπιστρεπτί. Ποια είναι, άραγε, η ετυμολογία του χειμώνα;... Θα μπορούσε να είναι και ένα ρεύμα συνείδησης, που σε βρίσκει σπάνια ξένοιαστο και αφύλαχτο και πέφτεις του θανατά με πνευμονία. (Αυτό, το ίδιο ρεύμα, όταν φυσάει σε όλες τις μεριές του κόσμου, είναι θαυματουργά θεραπευτικό – λιακάδα παντού και τέρμα τα αινίγματα – αλλά, πού...)

Να είχε τώρα καινούργια κασέτα στο μαγνητοφωνάκι – αύριο θα τα ’χει ξεχάσει όλ’ αυτά... τι αύριο, σε λίγα λεπτά θα τα ’χει ξεχάσει... Πόσους μήνες όλο λέει να την αλλάξει, ή να κάνει επιτέλους την απομαγνητοφώνηση!... Τελείωσαν και τα λευκά χαρτιά πάνω στο κομοδίνο – όχι πως είναι σε θέση τώρα να γράψει οτιδήποτε... Υπεράνω των δυνάμεών του, έστω και μια μουντζούρα ζωγραφιά... λίγες λεξούλες απ’ αυτές που παλιά τον ερωτεύονταν συλλήβδην – αξίζει δεν αξίζει το παληκάρι.
Έστω δυο-τρεις τυχαίους αριθμούς: 1, 2, 3... «Τι σημασία όμως θα είχε;» αναρωτιέται. «Θ’ άλλαζε μήπως κάτι στην ανιαρή πραγματικότητα;»

Όχι˙ αλλά, μόνο και μόνο για της πάει κόντρα, να της μπει στη μύτη – θ’ άξιζε ίσως ν’ αναρωτιέται;... Όπως, πετάει πεταλούδα στο Πεκίνο και μαίνονται τυφώνες στην Αμερική;...

Αχ, πόσο κουράζεται ακόμα και ν’ αναρωτιέται!... Δεν θέλει ούτε ν’ αναρωτιέται. Ούτε παρέα θέλει. Η τεμπελιά έρχεται πάλι απρόσκλητη και τον τραβάει απ’ το μανίκι που δεν έχει – λέει τώρα ν’ αντισταθεί, για την τιμή των όπλων, έστω για να κρατήσει τα προσχήματα απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Οκ, τα κατάφερε: αναρωτιέται.
Την ίδια στιγμή, μια μελωδία απ’ το πουθενά γεμίζει φίσκα το σπίτι ως τις γωνιές που κάνει το ταβάνι με τους άλλους τοίχους.
Πάλι η κομπανία με το ακκορντεόν και τα βιολιά.
Ευλογημένοι άνθρωποι τέτοιοι επαίτες – ταπεινοί: μοιράζουν αβέρτα απαντήσεις, δωρεάν, χωρίς να ξέρουν τι κέρασμα χαρίζουν...

Απόψε ίσως δεν λείψω σε κανένα...

 
SYNC ME @ SYNC