Wednesday, September 3, 2008

Ανεπίσημο ένδυμα

Σαν να είμαστε εμείς εδώ κι ας έφυγε το καλοκαίρι
οι σκέψεις πετούν πιο γρήγορα απ’ τα πουλιά
βρίσκουν χειρονομίες μυρωμένες και αφορμές λιτές
σε λύσιμο δακρύων ή χαράς τα αυτονόητα αισθήματα
κάθε στιγμή είναι ένα μέρος που δεν έχουμε πάει˙
έλα να ταξιδέψουμε ως την άκρη του δρόμου
– το δωμάτιο έχει ακόμα φως –
τρώγοντας μια ρόγα σταφύλι κι ένα στιχάκι εναλλάξ
ώσπου να εξαντλήσουμε τις ρίζες που μας γέννησαν
και του μυαλού τα εύφορα δρομολόγια˙

όλοι θα λένε πως έζησαν στις πιο όμορφες πόλεις
χορτασμένοι εκεί που χιόνιζε ποιήματα
επειδή η άνοιξη καταλαμβάνει την υφήλιο
όταν η ευταξία της κλείνεται σ’ ένα φιλί
- η μοίρα της σοφίας χωρίς λόγια -
κι αν τόσο καλοκαίρι δεν το αντέχουν ούτε τα βιβλία
όλα τα σκεπάζει η αγάπη
ανάμεσα σε δύο μικρά όνειρα
όπου σωπαίνουν τα όρια του κόσμου
μπροστά στο θαύμα που κρατάνε μυστικό τ’ αστέρια
ωσάν αποζημίωση για την επερχόμενη πτώση
μια νοσταλγία αγγέλων, λιγοθυμιά που αλλάζει γνώμη.

Σε γνωρίζω από το βήμα του αέρα
με τον καθρέφτη της μορφής μου με σημαδεύεις
όταν ορκίζομαι στα μάτια σου
με τις συνομιλίες των λουλουδιών.

Ύστερα θα περπατώ φθινόπωρη στο ασύστολο καλοκαίρι
η αύρα θα ρυτιδιάζει αχνίζοντας τα μακρινά βουνά
– στη σκιά μου, οι άνθρωποι θα βλέπουν
μόνο τα άγρυπνα δέντρα.

 
SYNC ME @ SYNC