Tuesday, July 29, 2008

Μετάξι Χρόνος

Πετάχτηκε απ' το τσίμπημα σαν να 'ταν παρουσία.
Καμιά φορά ένας μικρούλης πόνος γυρίζει την καρδιά στην πρώτη σελίδα
κι ύστερα πρέπει να περάσεις αφρισμένους ποταμούς κι οροσειρές βασάνων
ιντερλούδια υψίπονων αποχωρισμών και ανθισμένα καρδιοχτύπια
σε ψηλοτάβανα δροσερά δωμάτια καλοκαιριού
για να επιστρέψεις σ' αυτή τη λαμπερή σταγόνα αίμα
παρούσα χυμός συμπυκνωμένος ολόκληρης ζωής τώρα χωρίς νερό
- τι κρίμα στα πλακάκια χαλαλίζονται τα μεταξωτά νερά της αθωότητας
γιατί, κατά τον γνωστό μυστήριο τρόπο, ο χειμώνας πάντα λείπει
απ' αυτές τις φωτογραφίες.

Στις άκρες που ξεθώριασαν, μόνο οι νεκροί που δεν γνωρίσαμε
αφού οι άλλοι είναι μαζί μας κι ας μην έχουμε την παραμικρή υποψία
πού είναι αυτό το “αλλού” και ποιος ο κωδικός του.

Όλοι το έλεγαν πως είχε μια μαεστρία στις κρυφές βελονιές.

Σε μια σταγόνα αίμα λαμπερό από το κλάμα της γέννησης
ως το επιθανάτιο χώμα μόνο μία παυλίτσα-περίληψη 1932 – 1993.

Σαν να είναι χθες μα ο καιρός μαχαίρι ανεξίτηλο
χαράσσει πια αντί χαρτί τα σωθικά μου
- όταν σε είχα δεν σου έκανα παρέα
ούτε για καφεδάκι χαμηλή ταχύτητα
“Τι θα 'χεις να θυμάσαι;”
“Αχ, το ξέχασα!...” σε νεογνό Ιούλιο μακριά απ' τα μυστικά σου.


Μαμά, σε είδα πρωί πρωί στο σύννεφο
σου έκανα σινιάλο αλλά δεν με πρόσεξες
κοίταγες μακριά ίσως μου έδειχνες
το “αλλού” με τα δικά σου λόγια.

Μπορεί και να 'ναι τώρα η ευτυχία σου
που δεν θυμάσαι όσα σου 'χω καμωμένα.
Εσύ όμως ξέρεις, σίγουρα: τη νύχτα
που περνάει το τρένο
από πάνω μου
σου στέλνω προσευχή τριανταφυλλένια.
Πέντε παρά είναι το δρομολόγιο
ύστερα πέφτω μούσκεμα να ονειρευτώ στη χλόη
έχει την άδειά μου να με καίει με αίματα
από μάχες που δεν έδωσα ποτέ μου
έτσι, έλαβα μάχαιρα χωρίς να την αξίζω
λόγια φυτίλια φύτεψαν και πράξεις που πληγώνουν
δεν θα 'πρεπε εκδίκηση, εγώ την πτώση θέλω
μα τη ζητώ ανάποδα: στην πτήση προς τα σένα.
Εκείνοι όλοι νομίζουνε πως βρίσκομαι στα χνάρια
μιας ευτυχίας μυθικής περιπλανώμενης
- μια μέρα θα τους βασανίσω: όλα θα τους τα πω!

Θα σου 'δινα τα χρώματα που τόσο αγαπούσες
μα τώρα η ζωή είναι ασπρόμαυρη
κι όλα κυλούν σε βασανιστικό διάλογο
ανάμεσα στη σιωπή και τα ματαιωμένα.

Αργά ή γρήγορα, προσμένοντας φθινόπωρο που όλο μου ξεφεύγει
θ' ανοίξει η μπαλκονόπορτα και θα ξεσπάσω καταιγίδα
να σε φτάσω.

Δεκαπέντε χρόνια (μου) λείπεις - ας έβρισκες κι εσύ μια δικαιολογία να λείψεις και σ' Αυτούς λίγο!...
Έστω, ν' ανέβεις στην ταράτσα να μαζέψεις τα σεντόνια
της συνθηκολόγησης – θα βρέξει!
Άσε που ο θυρωρός μάς περιμένει να κλειδώσει!...

 
SYNC ME @ SYNC