Sunday, July 6, 2008

Το βουνό

Είν' οι σιωπές μας που μαράθηκαν;
ή σκόρπισαν τα λόγια μας
μαργαριτάρια και τα ψάχνω;
Ο κήπος θάλλει φουντωτά ασυναγώνιστος
ποτίσματα από αιθέρια έλαια
κουβαλά η μνήμη
την τρυφερότητα της είλης
σε μικρούτσικο μπουκάλι
χωριστά τα ζιζάνια που καμώνονται
οφέλη – και μια αποθέωση
ηδονής σε κρύσταλλο σταγόνα.

Μάζεψα όλα τα ρούχα των εκρήξεων
να μείνουνε γυμνές οι αστραπιαίες
ξεχώρισα εποχές κεράσι και δαμάσκηνο
τις έκρυψα σε διαφανές
νάιλον της ομίχλης
ό,τι κινδύνεψε από υγρασία
στον καιρό του απατηλή
ακαριαία το τύλιξα
στα σάβανα του φθινοπώρου
όπου ανήκει
κι εκείνο το πικρό σου γέλιο
στην εξώπορτα
το κρέμασα μ(π)αγιάτικο στεφάνι
όσο θα λείπω.

Μόνο μια αιθρία μικρή
παίρνω μαζί μου – σχεδόν
χωρίς αποσκευές, όπως καταλαβαίνεις.

Αφήνω τα παράθυρα ανοιχτά στο κύμα
για το επόμενο μη-με-λησμόνει ταξιδεύω
ινκόγκνιτο έχω μεταμφιεστεί
σε ό,τι πιο δυνατά ποθεί
μια ευχή που μόλις προβιβάστηκε
σε κρίμα.

 
SYNC ME @ SYNC