Thursday, May 1, 2008

Γιάννης Ρίτσος ~ ψωμί, νερό και τριαντάφυλλα

Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά τού 1909 - τέταρτο και τελευταίο παιδί τού εμπόρου Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά.
Πολυγραφότατος: Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου του 1990.

Το τελευταίο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου

Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών.
Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες
— τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα
που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
Εγώ, τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη,
θα ξανακοιτάξω τούς στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα,
μάλλον πως έχω αφαιρέσει πολλά,
καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο
κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του,
θα 'ναι το τελευταίο.

Καρλόβασι, 3.IX.89



Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού (απόσπασμα)

...το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι
κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά,
κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν...



Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει τρία ποιήματά του από τις


 
SYNC ME @ SYNC