Friday, February 29, 2008

Γιώργος Σεφέρης ~ στην κορυφή* τού μοντερνισμού

Γιώργος Σεφέρης 29/2/1900 - 20/9/1971

*συνυπολογιζομένων των ...συνθηκών...


Στροφή

Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
μα πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι.
Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου
στο γέρμα ενός μυστικού δείπνου...
Στιγμή σπυρί τής άμμου,
που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα να είχε δει την Ύδρα
στο ουράνιο περιβόλι.



Ο Γ. Π. Σαββίδης σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και στην Αγγλία. Πήρε το διδακτορικό του στο Αριστοτέλειο στη Θεσσαλονίκη. Όταν νεαρός ακόμα έφυγε για να πάει στην Αγγλία να συνεχίσει τις σπουδές του, είχε ξεκινήσει μια αλληλογραφία με τον Σεφέρη.

Ο Σεφέρης ήταν τότε Πρόξενος στην Αγκυρα· όταν άρχισε μια πολύ γλυκία διστακτική αλληλογραφία, σε καρτποστάλ, σε δελτάρια, σε επιστολές και έπειτα αναπτύχθηκε μια φιλία που ζήλεψε πολύς κόσμος.

Μιλούσαν δύο Έλληνες οι οποίοι αισθανόντουσαν ότι ήταν πολύ μακριά από την πατρίδα τους. Ο μεν Σεφέρης διπλωμάτης, ο δε Σαββίδης φοιτητής. Έτσι από πολύ νωρίς υπήρξε αυτή η σχέση, μια έντονη σχέση πατέρα και γιου. Διότι ο Σεφέρης μεν δεν είχε παιδιά, ο Σαββίδης δε, είχε χάσει τον πατέρα του σε ηλικία 14 ετών και νομίζω ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ο ένας αναπλήρωσε για τον άλλον το κενό αυτό...

Περισσότερα για τη ζωή και το έργο τού
ποιητή



Το ναυάγιο της Κίχλης


Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπο μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Παρ' το, σου το χαρίζω
δες, είναι ξύλο λεμονιάς...

Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι πού το βούλιαξαν εδώ και χρόνια
το 'λεγαν "Κίχλη" ένα μικρό ναυάγιο τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια

ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

Κι άλλες φωνές σιγά-σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που έβγαιναν από του ήλιου τ' άλλο μέρος
το σκοτεινό
θα 'λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα
να τις ξεχωρίσω.

Κι ήρθε ή φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη :

"Κι αν με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ
το δίκιο σας θα 'ναι το δίκιο μου που να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους
ένα στρογγυλό λιθάρι.

Το θάνατο τον προτιμώ
- ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει".

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον άνθρωπο.


Αφήγηση

Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
Κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
Σαν κι αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
Στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα

Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους
ατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν
Γυναίκες που γερνούνε δύσκολα
Αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες
Σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες
Και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών

Πηγαίνει μέσα στους δρόμους ποτέ δεν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γης
Μηχανή μιας απέραντης οδύνης
Που κατάντησε να μην έχει σημασία
Άλλοι τον άκουσαν να μιλά μοναχός καθώς περνούσε
Για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια
Για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες
Που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς

Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο
Εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου
Τα πρόσωπα ανυπόφορα από τη στοργή
Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος κι ήσυχος
Μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα
Σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ' το τρένο
Ξυπνώντας άσχημα κάποια συννεφιασμένη αυγή

Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτα
Σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
Και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτα
Που να μην το συνηθίσατε
Προσκυνώ.


O Μίλτος Πασχαλίδης το έκανε τραγούδι
(μπορείς να το 'κατεβάσεις')


 
SYNC ME @ SYNC