Sunday, January 6, 2008

Η Φωτεινή (θέαση του σκοταδιού)

Η σκηνή, ένα βροχερό βράδυ στον Hλεκτρικό. Το προτελευταίο βαγόνι φίσκα από κουρασμένους ανθρώπους της βιοπάλης. Δύο νεαροί Πολωνοί σηκώνονται για να δώσουν τις θέσεις τους στον παππού με την τραγιάσκα και τη γιαγιά με το τσεμπέρι, η οποία κρατάει αγκαλιά την - πεντάχρονη το πολύ - εγγονή, που προσπαθεί να βολευτεί για να κοιμηθεί. Η μικρή παραπονιέται πως νυστάζει και φωνάζει το μπαμπά της που είναι στο βάθος στου βαγονιού, όρθιος.
Ο παππούς τής μιλάει για να μην κοιμηθεί. Εκείνη του εκμυστηρεύεται την αγωνία της για τους αριθμούς που δεν καταφέρνει ακόμη να ξεχωρίζει.
- Το δέκα πώς γίνεται; την εξετάζει.
Ζωγραφίζει στον αέρα λέγοντας:
- Ένα μπαστουνάκι ανάποδο κι ένας κύκλος.
Mε τα τρυφερά, άμαθα δαχτυλάκια σχηματίζει το μηδέν αντίθετα απ' τη φορά που έχουν οι δείκτες του ρολογιού.
- Κύκλος είναι ή αυγό;
- Εντάξει, μοιάζει με αυγό..., παραδέχεται βαριεστημένα και γέρνει στον ώμο τής γιαγιάς.

Σε λίγο ανασηκώνεται πάλι, γιατί θυμάται την άλλη απόγνωσή της: πως μπερδεύει το έξι με το εννέα.
- Σε ποιο είναι το κουλουράκι επάνω και σε ποιο κάτω; βάζει φυτίλι ο παππούς.
- Δεν ξέρω, άσε με, νυστάζω...
Aλλά κοιτάζει με πελώρια αγωνία την υγρή νύχτα. Το τζάμι νοτισμένο απ' τη βροχή, πρώτης τάξεως πίνακας... O μαυροπίνακας της πρώτης τάξης, που θα την περιμένει για ένα δυο χρόνια ακόμη.
Ο παππούς γράφει τ' όνομά της: Φωτεινή. Και συνεχίζει πειράζοντάς την:
- Μέρα είναι έξω, ε;
- Μέρα, ε; Δεν ξέρεις; νευριάζει η μικρή. Μαύρη είναι η μέρα;!
- Τι χρώμα είναι η μέρα;
- Γαλάζιο!... Η νύχτα είναι μαύρη.

Σε τρεις-τέσσερις στάσεις αδειάζει η θέση και κάθομαι απέναντί της.
Χαζεύει τη νύχτα με νυσταγμένο, αλλά επίμονο βλέμμα.
Γράφω στο τζάμι εννέα και έξι. Κοιτάζει σιωπηλή. Ο παππούς την παροτρύνει να ξεχωρίσει ποιό είναι ποιό. Βλέμμα-έκκληση για βοήθεια μου στέλνει. Της ψιθυρίζω ένα μυστικό που εφευρίσκω εκείνη τη στιγμή για να μη μπερδεύει τους αριθμούς. Μου ανταποδίδει το χαμόγελο διστακτικά.
- Τώρα θα το θυμάσαι, έτσι; Της χαϊδεύω τα μαλλιά.
Σοβαρεύει η Φωτεινή και χαμηλώνει το κεφάλι.

Πιάσαμε κουβέντα... Δηλαδή εγώ μιλούσα, γιατί εκείνη ντρεπόταν... Ή, μάλλον, παρέμενε πεισματικά σιωπηλή να με 'λεηλατεί' - αλλά και για να απολαμβάνει μόνη της το ταξίδι στα άγνωστα και τα μυστήρια του κόσμου. Μόλις άρχιζε την εξερεύνησή της και οι απορίες χρειάζονται αυτοσυγκέντρωση!...

Καλά ταξίδια και στα όνειρά σου, Φωτεινή. Καληνύχτα.


Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα...


 
SYNC ME @ SYNC